Του λόγου το αληθές

Παίδευα τις προάλλες το μυαλό μου με ένα μαθηματικό πρόβλημα για αρκετές ώρες, χωρίς όμως κάποια ιδιαίτερη επιτυχία, χωρίς δηλαδή να βρω κάτι το οποίο να εξυπηρετούσε τη λύση του προβλήματος – γενικότερα κάθε σκέψη είναι και μία μικρή επιτυχία, άλλωστε. Εκεί λοιπόν που η κατάσταση έχει φτάσει στο «Αμήν!» και είμαι έτοιμος να εγκαταλείψω την προσπάθεια, και να μείνω με το κενό που αφήνει κάθε αποτυχία, αρχίζω να συλλογίζομαι φωναχτά – λες και η θεά των Μαθηματικών που φυλάει όλες τις λύσεις όλων των προβλημάτων κρυμμένες στα σκονισμένα κιτάπια της θα συγκινούνταν αν άκουγε εμένα να ψάλλω αποδεικτικούς ύμνους και ωδές στο όνομά της και θα μου έδειχνε, με κάποιον τρόπο μεταφυσικό, το δρόμο για να βγω από τον λαβύρινθο στον οποίο είχα εγκλωβιστεί.

Τότε, ξαφνικά, γίνεται το θαύμα! Με το που διατύπωσα τον συλλογισμό μου και τον άφησα να αντηχήσει στους τέσσερις τοίχους του δωματίου όλα έγιναν ξεκάθαρα. Ήμουν στη λανθασμένη μεριά, έβλεπα τα πάντα από τη λάθος γωνία. Συνεχίζοντας να διορθώνω, ρητά πάντα, το συλλογισμό μου, μετά από λίγο κόπο έφτασα στο επιθυμητό αποτέλεσμα. Αμέσως μετά τους απαραίτητους εορτασμούς και πανηγύρια και τις απαραίτητες τελετουργίες ευχαριστίας στην θεά των Μαθηματικών ένας άλλος προβληματισμός έπεσε, σαν φυσικό επακόλουθο των προηγουμένων: Ήταν άραγε απλά θέμα χρόνου να φτάσω στην πολυπόθητη λύση ή μήπως, χωρίς τη συμβολή της ρητής διατύπωσης της σκέψης μου δε θα έβγαζα ποτέ άκρη;

Σαν ένα πρώτο βήμα, μπορεί κανείς άμεσα να πει ότι, όταν εκφράζει κανείς τις σκέψεις του αναμένει μία ανταπόκριση από το ανθρώπινο περιβάλλον του και, συνακόλουθα ένας διάλογος ή, εν γένει, μία απλή συζήτηση, γεγονός που δρα πράγματι καταλυτικά στην αναπροσαρμογή και διαμόρφωση της σκέψης. Όμως εδώ δεν υπήρξε ανταπόκριση από κανένα ανθρώπινο περιβάλλον. Όσα ειπώνονταν αντηχούσαν μέσα στο δωμάτιο και, κυρίως, αντηχούσαν μέσα στο κεφάλι μου, και οι ήχοι τους ανακατεύονταν κι έτσι συναντιούνταν μεταξύ τους σκέψεις που, ούσες προηγουμένως στατικές, δεν είχαν την ευκαιρία να γνωρίσουν η μία την άλλη και να συγκριθούν μεταξύ τους, να οδηγηθούν ψηλά ή να διαλυθούν ξανά στην πρωτόγονη ουσία που τις έφτιαξε.

Λίγο βαθύτερα, είναι οι σκέψεις του καθενός σαν έναν πίνακα ζωγραφικής που όλο μεγαλώνει και μεγαλώνει και όσο μεγαλώνει τόσο μικρότερο είναι το κομμάτι του οποίου την εποπτεία έχει κανείς. Συνακόλουθα, πρέπει να κάνει ο ζωγράφος ένα-δυο βήματα προς τα πίσω για να θαυμάσει, να παρατηρήσει, να διορθώσει τα όσα ως τώρα έχει δημιουργήσει και μετά να ξαναέρθει κοντά στο έργο του και να υλοποιήσει τις παρατηρήσεις του. Αυτόν ακριβώς τον ρόλο έχει και ο εξωτερικός μονόλογος επάνω στις σκέψεις· είναι τα απαραίτητα βήματα προς τα πίσω, είναι ένας τρόπος αποστασιοποίησης του δημιουργού από το δημιούργημά του, είναι, ίσως ο μόνος, τρόπος να μπορέσει κανείς να συλλογιστεί δευτερογενώς επάνω στους συλλογισμούς του με ασφάλεια και να μπορέσει να δει τυχόντα λάθη και παραλείψεις, λογικά ελλείμματα και άλματα. Ο μονόλογος αυτός είναι το αδράχτι με το οποίο μπορεί κανείς να γνέσει το μαλλί των σκέψεών του και να πάρει στα χέρια του το νήμα των απαντήσεων που αναζητεί.

Ακόμα βαθύτερα στη λίμνη των σκέψεων, είναι ο εξωτερικός μονόλογος ένας μηχανισμός εμφύτευσης αυτών των νοητικών κατασκευών – των σκέψεων – μέσα στον πραγματικό κόσμο, μέσα στον κόσμο των γεγονότων, μέσα εκεί που γεννήθηκε η αιτία της ύπαρξής τους. Είναι ένας τρόπος να δοκιμάσει κανείς την ευστάθεια των θεωριών του χωρίς όμως να θερίσει τίποτα άλλο πέρα από την πίκρα της αποτυχίας, σε περίπτωση που αυτές δεν ευσταθούν, είναι η πρώτη γουλιά από μία κούπα καυτό τσάι που δίνει το μήνυμα για το αν κανείς αξίζει να συνεχίσει ή όχι. Μοιάζει, θα έλεγε κανείς, αυτή μοναχική εξωτερίκευση με μία ακροβασία των σκέψεων με το θάνατό τους· μετά από αυτήν, κάποιες θα συνεχίσουν να υπάρχουν και να εξελίσσονται και ίσως, κάποτε να γίνουν πράξη, δράση, ύλη, και κάποιες άλλες απλά θα επιστρέψουν στο νεφέλωμα που τις άφησε να φουσκώσουν για λίγο.

Είναι, τελικά, αυτός ο εξωτερικός μονόλογος ο χώρος που ο νους κάνει τα πειράματά του, είναι το στάδιο που μεσολαβεί ανάμεσα στη σκέψη και στην πράξη.

Για του λόγου το αληθές, ορίστε και η άσκηση.

Αναδημοσιεύθηκε από το bubble-pie.blogspot.com.

Η κεντρική εικόνα είναι ο πίνακας Ψαράδες στη θάλασσα του Joseph Mallord William Turner.

Και λίγη μουσικούλα για το βράδυ:

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s